213 036 72 39
Μικράς Ασίας 5, Πλατεία Βούλας

Το Δεντράκι που ήθελε να πετάξει

113814-χαρταετόςΜια φορά κι ένα καιρό, σε ένα όμορφο δάσος γεννήθηκε ένα χαρούμενο δεντράκι. Του άρεσε πολύ το δάσος και δεν έχανε ευκαιρία να παίζει. Έπαιζε με τον αέρα που χάιδευε απαλά τα φύλλα του, έπαιζε με τις πρωινές δροσοσταλίδες, τραγούδαγε μαζί με τα υπόλοιπα δέντρα του δάσους, έπαιζε με τους κισσούς που αγκάλιαζαν και ζέσταιναν τον κορμό του και πάντα χαιρόταν όταν διάφορα ζωάκια διάλεγαν τα κλαδιά του για να ξαποστάσουν. Μεγαλύτερη χαρά όμως του έδιναν οι ιστορίες που άκουγε όταν τραγουδούσαν γλυκά τα πουλιά που καθόντουσαν στα κλαδάκια του. Ιστορίες για όμορφα λιβάδια, για μακρινά δάση, για παράξενα πλάσματα, για μεγάλες θάλασσες και για άσπρα πουπουλένια σύννεφα που ταξίδευαν στον ουρανό και άλλαζαν συνέχεια μορφή. Οι ιστορίες αυτές γέμιζαν με όμορφες και μαγικές εικόνες τα όνειρα του μικρού δέντρου. Δεν ήξερε αν ήταν πραγματικά όλα αυτά τα μέρη, αλλά του άρεσε πολύ να φαντάζεται παραμυθένια χρώματα και σχήματα να χορεύουν γύρω του.

Όσο μεγάλωνε και ψήλωνε, διευρυνόταν και το οπτικό του πεδίο και συνειδητοποιούσε ότι οι ιστορίες που άκουγε από τα πουλιά δεν ήταν αποτέλεσμα ζωηρής φαντασίας αλλά περιγραφές από μέρη που υπήρχαν στην πραγματικότητα. Από εκεί που στεκόταν, μπορούσε να δει μόνο το δάσος του, άλλα κάθε μέρα ανακάλυπτε καινούρια δέντρα που ζούσαν όλο και πιο μακριά. Δεν έβλεπε όμως τα μέρη που γνώριζαν τα πουλιά. Όταν ψήλωσε πολύ, συχνά ερχόντουσαν σύννεφα και χάιδευαν τα κλαδιά του και τότε του ήρθε μια απίθανη ιδέα, θα ζητούσε από τα σύννεφα να το πάρουν μαζί τους για να ανακαλύψει αν ήταν πραγματικές οι εικόνες που τόσα χρόνια πλημμύριζαν τα όνειρα του. «Σύννεφο μου όμορφο και απαλό, θα με πάρεις μαζί σου για να πετάξω πάνω από θάλασσες και λιβάδια;» «Γλυκό μου δεντράκι πολύ θα ήθελα να σε πάρω αλλά είμαι τόσο διάφανο που δε θα μπορέσω να στηρίξω.» Ακούγοντας αυτό το διάλογο ένα γέρικο δέντρο που βρισκόταν κοντά, είπε στο δεντράκι «Καλό μου δεντράκι, όλα αυτά τα χρόνια σε βλέπω να μεγαλώνεις και να ομορφαίνεις και αυτή είναι η ζωή μας, να γεμίζουμε το δάσος, να δίνουμε οξυγόνο και καταφύγιο στα ζωάκια, και να ακούμε το μελωδικό τραγούδι των πουλιών που ξαποσταίνουν στα κλαδιά μας, τα δέντρα όμως δεν είναι φτιαγμένα για να ζουν στον ουρανό και να ταξιδεύουν.» Το δεντράκι, που ήταν πάντα χαρούμενο, ένιωσε ξαφνικά πολύ παράξενα, ένιωσε βαρύ και κουρασμένο και αδύνατο να κρατήσει ψηλά τα κλαδάκια του. «Μη στεναχωριέσαι καλό μου δεντράκι» του είπε πάλι το γέρικο δέντρο, «πάντα θα έρχονται τα πουλιά να μας ταξιδεύουν με τα τραγούδια τους.» Το δεντράκι σκέφτηκε ότι η ζωή του στο δάσος ήταν όντως όμορφη και αγαπούσε όλα τα πλάσματα που γνώριζε εκεί, κάπου όμως στο μυαλό του δεν είχε σβήσει η ελπίδα για το όνειρο του. «Αχ, να μπορούσα να πετάξω σαν τα πουλιά!», σκέφτηκε. Κάποιες μέρες που είχε πιο πολύ αέρα προσπαθούσε να κουνήσει τα κλαδάκια του, μήπως και πετάξει, άλλα οι ρίζες του ήταν τόσο γερές που δεν το άφηναν να σηκωθεί στον αέρα.
Έτσι συνέχισε να περνάει ο καιρός με τραγούδια που έλεγαν τα πουλιά για ξύλινα νησιά που επέπλεαν σε θάλασσες και ποτάμια, δέντρα αλλιώτικα που ζούσαν στην άμμο, ζώα μεγάλα όσο τα δέντρα και κάθε λογιού χρώματα και μυρωδιές. Ώσπου μια μέρα το δάσος αναστατώθηκε πολύ, τα ζωάκια ήταν ανήσυχα και αντιλαλούσαν έντονοι θόρυβοι . «Ξυλοκόποι..» άκουσε να ψιθυρίζουν τα υπόλοιπα δέντρα. «Ξυλοκόποι; Τι είναι αυτό, δεν το έχω ξανακούσει στα τραγούδια;» ρώτησε το γέρικο δέντρο. «Οι ξυλοκόποι είναι πλάσματα που μας ξεχωρίζουν από τις ρίζες μας και μας παίρνουν μακριά», του απάντησε με τρεμάμενη φωνή το δέντρο. «Μας παίρνουν μακριά..» ψιθύρισε το δεντράκι. Το δεντράκι όμως δεν φοβόταν καθόλου, σκεφτόταν ότι ίσως έτσι μπορούσε να πραγματοποιήσει το όνειρο του, άλλωστε οι ρίζες του ήταν αυτές που δεν του επέτρεπαν να πετάξει με τον αέρα. Όταν πλησίασαν οι ξυλοκόποι θρόιζε τα φύλλα του όσο πιο δυνατά μπορούσε για να το προσέξουν. Δεν ξέρουμε αν αυτό τους έκανε να το προσέξουν, μετά από λίγο όμως είδε δύο ξυλοκόπους στη βάση του να το κοιτούν και να το θαυμάζουν. «Ωραίο δέντρο και υπέροχος κορμός αυτό θα είναι ότι χρειαζόμαστε», είπε ο ένας ξυλοκόπος στον άλλο. Και χωρίς άλλα λόγια έβγαλαν τα πριόνια τους και άρχισαν να κόβουν. Το δεντράκι πόναγε πολύ και κάποιες στιγμές από τον πολύ πόνο κόντεψε να ξεχάσει το όνειρο του. Ήρθε όμως η στιγμή που ο πόνος τελείωσε και οι ξυλοκόποι φόρτωσαν το δεντράκι και άρχισαν μαζί να απομακρύνονται από το γέρικο δέντρο. «Γεια σου, καλό ταξίδι..», άκουσε να του θροΐζει το γέρικο δέντρο. Το δεντράκι επιτέλους ταξίδευε και έβλεπε νέα δέντρα και λουλούδια, δεν ήταν όμως ελεύθερο να πετάξει σαν τα πουλιά. «Μήπως έκανα λάθος που φώναξα τους ξυλοκόπους;», σκέφτηκε. Το πρώτο του ταξίδι τέλειωσε μέσα σε μια μεγάλη αποθήκη. «Σίγουρα, αυτό δεν ήταν το ταξίδι που είχα φανταστεί από τα τραγούδια των πουλιών, εδώ είναι όλα σκοτεινά και δεν έχει ούτε χρώματα ούτε ευωδιές» σκέφτηκε το δεντράκι και ένιωσε πάλι βαρύ και κουρασμένο.
Δεν κατάλαβε πόσος καιρός πέρασε, μια μέρα όμως οι ξυλοκόποι το έβγαλαν πάλι στο φως του ήλιου. Το άπλωσαν σε μια ευθεία και άρχισαν να το κόβουν. «Αυτό μάλλον θα είναι το τέλος μου», σκέφτηκε το δεντράκι «ποτέ δεν θα γίνω σαν τα πουλιά». ‘Όταν οι ξυλοκόποι τελείωσαν το δεντράκι ήταν πια κομμένο σε πολλά ίσια κομμάτια και άρχισαν πάλι να το ενώνουν, δίνοντας του ένα τελείως διαφορετικό σχήμα από πριν. Κάποια από τα κομμάτια τα έκαναν πολύ λεπτά και πάνω τους έβαλαν ωραία χρώματα. Στις άκρες του έδεσαν σχοινί και σε ένα κομμάτι του σχοινιού κρεμόταν κάτι πολύχρωμο σαν ουρά, σαν τις ουρές των εξωτικών πουλιών που είχε φανταστεί ακούγοντας τα τραγούδια, δεν μπορούσε όμως να καταλάβει τι συνέβαινε. «Καλό μου σχοινί που αγκαλιάζει τις άκρες μου, από που ήρθες και τι συμβαίνει;» ρώτησε. «Κάποτε ζούσα πάνω σε ένα πρόβατο, και μαζί κάναμε βόλτες σε καταπράσινα λιβάδια, μια μέρα όμως ο βοσκός με κούρεψε, με έπλυνε και έπλεξε, έτσι έγινα σχοινί. Από τότε, κάθε χρόνο με χρησιμοποιούν για να τους βοηθάω να σηκώνουν στον ουρανό ξύλα σαν κι εσένα. «Στον ουρανό!;» Ξεφώνισε έκπληκτο το δεντράκι. Ναι μαζί με την ουρά γίνεσαι σαν πουλί και εγώ βοηθάω τα παιδάκια να σε ανεβάσουν ψηλά και να μην σε χάσουν.» «Να με ανεβάσουν ψηλά, παιδάκια..» Το δεντράκι είχε σαστίσει. «Ναι παιδάκια, είναι μικρά ενθουσιώδη πλασματάκια, που τρέχουν και φωνάζουν χαρούμενα και θα παίξουν μαζί μας.» «Θα παίξουν μαζί μας όπως κι εγώ κάποτε έπαιζα με τον αέρα και τις δροσοσταλίδες.» Η ιδέα του φάνηκε απίθανη, δεν ήταν σίγουρο ότι το σχοινί του έλεγε αλήθεια, γιατί το γέρικο δέντρο του είχε πει ότι τα δέντρα δεν πετάνε όμως ήθελε πολύ να το πιστέψει. Το επόμενο πρωί άρχισε να ακούει ποδοβολητά και γέλια και φωνές και είδε, έκπληκτο, γύρω του μικρά χαμογελαστά πλασματάκια, να χορεύουν και να χοροπηδούν γεμάτα ενθουσιασμό. Ίσως τελικά το σχοινί να του έλεγε αλήθεια. Ένα από τα παιδάκια με όμορφα πολύχρωμα ρούχα πήρε το δεντράκι στα χέρια του και άρχισε να τρέχει, όταν το άφησε το δεντράκι αιωρούταν στο αέρα, έτσι όπως ονειρευόταν όταν ήταν στο δάσος. Τώρα που το δεντράκι είχε αποκοπεί από τις ρίζες του ο αέρας το βοηθούσε να ανέβει όλο και πιο ψηλά, το παιδάκι με τα πολύχρωμα ρούχα φαινόταν όλο και πιο μικρό και το δεντράκι έβλεπε όλο και περισσότερα χρώματα και τοπία. Έβλεπε τα πουλιά να πετούν δίπλα του, δε μπορούσε όμως να τα ακολουθήσει γιατί το σχοινί το κρατούσε σταθερό. Το δεντράκι, τότε, γύρισε και κοίταζε το παιδάκι και με όλη του τη δύναμη και του θρόισε «Άσε με να φύγω και να πετάξω μαζί με τα πουλιά, πάντα ονειρευόμουν να πετάξω και να δω τα τοπία που εξυμνούσαν τα πουλιά μέσα από τα τραγούδια τους. Και θες γιατί το παιδάκι το άκουσε, θες γιατί έτυχε, ξαφνικά το δεντράκι ένιωσε ελεύθερο. Πλέον ταξίδευε με τον αέρα, με τα πουλιά, με τα σύννεφα. Όμορφα λιβάδια, μεγάλοι ωκεανοί, άγνωστα δάση , χρώματα, μυρωδιές έγιναν ο καμβάς για ζήσει το μικρό μας δεντράκι το μεγάλο του όνειρο.

Σχολιάστε